ΟΠΕΚΕΠΕ: τα υπομνήματα των 11 βουλευτών δεν είναι υπεράσπιση - είναι η απολογία του πελατειακού κράτους

Αν η πολιτική παρέμβαση σε ατομικούς φακέλους βαφτίζεται «στήριξη του αδύναμου πολίτη», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθιά θεσμικό και βαθιά ελληνικό.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια ακόμη γκρίζα ιστορία ανάμεσα σε πολιτικούς, διοίκηση και ευρωπαϊκά κονδύλια. Είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό: μια στιγμή αποκάλυψης για το πώς ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον ρόλο του.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε την άρση ασυλίας 11 βουλευτών για να συνεχιστεί η έρευνα γύρω από την υπόθεση των αγροτικών ενισχύσεων. Η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής εισηγήθηκε υπέρ της άρσης. Και οι περισσότεροι από τους εμπλεκόμενους κατέθεσαν υπομνήματα.

Αυτό έχει σημασία. Διότι πλέον δεν έχουμε μόνο το σκέλος της κατηγορίας. Έχουμε και το σκέλος της υπεράσπισης. Και εκεί αποκαλύπτεται ίσως κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό από την ίδια την υπόθεση: όχι απλώς τι έκαναν, αλλά πώς πιστεύουν ότι δικαιολογείται αυτό που έκαναν.

Από τα αποσπάσματα που έχουν δημοσιοποιηθεί, το βασικό μοτίβο είναι κοινό. Οι βουλευτές δεν λένε απλώς «δεν έκανα τίποτα». Λένε περίπου το εξής: «Μεσολάβησα γιατί υπήρχε ένας αδύναμος πολίτης, ένας πραγματικός αγρότης, ένας άνθρωπος που αδικήθηκε, ένας νόμιμος δικαιούχος». Άλλοι μιλούν για «νόμιμα αιτήματα», άλλοι για «απλή διαβίβαση», άλλοι για «κοινοβουλευτικά καθήκοντα», άλλοι για «πολιτική δραστηριότητα».

Με μία φράση, η υπεράσπιση συνοψίζεται κάπως έτσι:

Ναι, παρενέβην, αλλά το έκανα για καλό σκοπό.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.

Διότι αυτό δεν είναι απλώς ένα επιχείρημα αθωότητας. Είναι μια πλήρης πολιτική θεωρία για το πώς πρέπει να λειτουργεί η χώρα. Είναι η θεωρία ότι ο βουλευτής δεν είναι νομοθέτης, ελεγκτής της εξουσίας ή εκπρόσωπος του δημοσίου συμφέροντος, αλλά ένας τοπικός διεκπεραιωτής ατομικών υποθέσεων. Ένας μεσάζων. Ένας άνθρωπος που παίρνει τηλέφωνα, πιέζει υπηρεσίες, «βοηθάει κόσμο», ανοίγει πόρτες, διορθώνει εξαιρέσεις, λύνει προσωπικά ζητήματα.

Αυτό, όμως, δεν είναι υγιής δημοκρατία. Είναι πελατειακό κράτος.

Και μάλιστα στην πιο καθαρή του μορφή.

Γιατί το ρουσφέτι δεν αρχίζει μόνο όταν κάποιος σπρώχνει μια παράνομη υπόθεση. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: τη στιγμή που ένας πολίτης δεν αντιμετωπίζεται ως φορέας δικαιωμάτων απέναντι σε μια απρόσωπη διοίκηση, αλλά ως «άνθρωπος που χρειάζεται πολιτική άκρη». Τη στιγμή που ο κανόνας δεν αρκεί και πρέπει να συμπληρωθεί από το τηλέφωνο. Τη στιγμή που η διαδικασία δεν θεωρείται αρκετή και χρειάζεται προσωπική παρέμβαση.

Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς, χάριν συζήτησης, ότι ορισμένοι από τους ανθρώπους για τους οποίους έγιναν αυτές οι παρεμβάσεις ήταν πράγματι νόμιμοι δικαιούχοι, το θεσμικό πρόβλημα παραμένει ακέραιο. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, ο νόμιμος δικαιούχος πρέπει να δικαιώνεται από τον μηχανισμό του κράτους, όχι από τη μεσολάβηση του πολιτικού του προστάτη.

Αλλιώς, η ισονομία καταρρέει.

Γιατί τότε δεν έχει σημασία μόνο ποιος έχει δίκιο. Έχει σημασία ποιος έχει πρόσβαση. Ποιος έχει γνωστό. Ποιος μπορεί να κινητοποιήσει ένα γραφείο, ένα τηλέφωνο, μια «διευκόλυνση». Και από τη στιγμή που αυτό γίνεται ανεκτό, παύει να υπάρχει πραγματικά ίσο κράτος για όλους.

Εκεί ακριβώς μπάζει και η λογική των υπομνημάτων.

Το επιχείρημα «μετέφερα ένα νόμιμο αίτημα» ακούγεται με την πρώτη ματιά ανθρώπινο. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι βαθιά προβληματικό. Διότι η νομιμότητα ενός αιτήματος δεν κρίνεται από τον βουλευτή, ούτε από την προσωπική του εντύπωση, ούτε από τη συμπάθεια που προκαλεί ο αιτών. Κρίνεται από θεσμούς, από ελέγχους, από διαδικασίες και από ίσους κανόνες.

Ο βουλευτής δεν είναι ούτε ελεγκτής, ούτε διοικητικός δικαστής, ούτε ειδικός διαμεσολαβητής με εξουσία παρέμβασης σε ατομικούς φακέλους.

Και όταν ένας πολιτικός βαφτίζει την παρέμβασή του «αποκατάσταση αδικίας», στην ουσία μας λέει το εξής: ότι η διοίκηση δεν αρκεί, ο νόμος δεν αρκεί, οι θεσμοί δεν αρκούν — χρειάζεται και ο πολιτικός προστάτης. Δηλαδή ακριβώς ό,τι καθηλώνει αυτή τη χώρα εδώ και δεκαετίες.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι περιπτώσεις όπου η ίδια η υπεράσπιση επιχειρεί να υποβαθμίσει την πράξη: «απλό ερώτημα», «χρονική επίσπευση», «απλή διαβίβαση», «παράταση», «διευκόλυνση».

Αλλά η διαφθορά δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή του χοντροκομμένου παράνομου αιτήματος. Συχνά εμφανίζεται με τη μορφή του «μικρού σπρωξίματος». Με μια αλλαγή προτεραιότητας. Με μια επιτάχυνση. Με μια καθυστέρηση που αίρεται για όποιον έχει τις κατάλληλες γνωριμίες. Με μια εξαίρεση που παρουσιάζεται ως ανθρώπινη ευαισθησία.

Αυτό είναι το ύφος του πελατειακού κράτους: δεν λέει ποτέ «παραβιάζω τον κανόνα». Λέει πάντα «βοηθάω έναν άνθρωπο».

Μόνο που σε μια κανονική πολιτεία, ο αδύναμος πολίτης δεν πρέπει να χρειάζεται πολιτική εύνοια για να βρει το δίκιο του. Πρέπει να το βρίσκει επειδή έτσι λειτουργεί το κράτος. Αν χρειάζεται βουλευτή για να ακουστεί, τότε δεν έχουμε δημοκρατική διοίκηση. Έχουμε σύστημα προσβάσεων.

Υπάρχει και μια ακόμη αντίφαση που δεν περνά απαρατήρητη. Ορισμένοι από τους εμπλεκόμενους προβάλλουν τις ενέργειές τους ως μέρος της πολιτικής ή κοινοβουλευτικής τους δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα δηλώνουν ότι επιθυμούν την άρση της ασυλίας τους για να αποδείξουν την αθωότητά τους. Πολιτικά θέλουν να φανούν γενναίοι. Θεσμικά, όμως, αφήνουν να αιωρείται η ιδέα ότι η πίεση προς τη διοίκηση για ατομικές υποθέσεις είναι φυσιολογικό κομμάτι της βουλευτικής αποστολής.

Και εδώ είναι το πραγματικά ανησυχητικό σημείο.

Γιατί αν αυτό θεωρείται «φυσιολογικό», τότε η χώρα δεν έχει απλώς ένα σκάνδαλο. Έχει πρόβλημα πολιτικού πολιτισμού.

Η υπεράσπιση των εμπλεκομένων, έτσι όπως έχει γίνει γνωστή μέχρι τώρα, δεν λέει «αν έγιναν παρεμβάσεις, ήταν λάθος». Δεν λέει «η πολιτική δεν πρέπει να μπαίνει στους φακέλους των υπηρεσιών». Δεν λέει «ο ρόλος του βουλευτή δεν είναι να επηρεάζει διοικητικές εκκρεμότητες».

Αντιθέτως, σχεδόν λέει: «Αυτό κάνει ένας σωστός βουλευτής».

Όχι. Αυτό έκανε επί δεκαετίες ο βουλευτής του πελατειακού κράτους.

Και ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα έμαθε να λειτουργεί με εξαρτήσεις αντί με κανόνες, με παρακάλια αντί με δικαιώματα, με μεσάζοντες αντί με θεσμούς.

Γι’ αυτό, στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξουν ποινικές ευθύνες. Αυτό είναι δουλειά της Δικαιοσύνης.

Το πολιτικό και ηθικό ζήτημα είναι άλλο: ότι ένα κομμάτι του πολιτικού προσωπικού εξακολουθεί να παρουσιάζει ως αρετή αυτό που σε κάθε σοβαρό κράτος θεωρείται παθογένεια.

Και αυτή ίσως είναι η πιο βαριά ομολογία απ’ όλες.


Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι ίσως παρενέβησαν. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη πιστεύουν πως είχαν και δίκιο να το κάνουν.